O Χάρτινος Χρόνος Τέλειωσε

Poetry Book

 

 

 

 

ΟΧΤΩ ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΠΑΡΑΔΡΟΜΕΣ

 ΤΟΥ ΟΛΑΦ ΕΓΚΙΡΣΕΝ

 

*

Δεν είναι που φύγαμε μαζί και γύρισα μόνος

γεννήτριες που καίνε θυμάσαι

γεμίζοντας τον τόπο κυκλάμινα και μυρτιές γεμίζοντας

σπόρους εκκολαπτόμενους φώτα

κόκκινα.

Δεν είναι που πέρασαν οι μέρες, που οι μέρες φεύγουν

οι μέρες και μαζί σου φεύγουν

ούτε ο βυθός που κατοίκισα

κοντά στην άμμο, στα μισητά κοχύλια  ˙

είναι που τρέμω την προπέλα

από μικρός την έτρεμα

αυτό το θόρυβο που βγάζουν τα μεταγωγικά

(οι τουρμπίνες κανονικά τη δουλειά τους)

και οι ουρανοί στο τέλος κλαίνε

και οι στεριές σχίζονται και

θρηνούν

 

 

*

Κι αν ακόμη ο δόκιμος σκέφτεται

τα χίλια καλώδια στης μέδουσας τα φτερά

το μαύρο λάδι που καίγεται, που τρώει το οξυγόνο

φωτιά στις φρεγάτες υντριβή στα αεροπλάνα

θειάφι θανάτου σκέφτεται στη σκάλα ο δόκιμος

κίτρινο, κίτρινο σκούρο σαν τα μαλλιά της

ένα μονάχα επιθυμεί

να ξηλώσει τα εθνόσημα απ’ όλα τα πηλήκια,

τότε επιτέλους θα την έκανε δική του

και τα μαχητικά που βουίζουν από πάνω δε θα ’χαν πια καμία εξουσία

σαν το θάνατο

και όλοι οι συλλογισμοί του θα έμπαιναν σε τάξη

έτσι  σκέφτεται περνώντας τις ώρες μπροστά στο ραντάρ

τηλεκατευθυνόμενα βλήματα και καπνούς πολλούς καπνούς

αδιαπέραστους

και κόκκινο, κόκκινο ως εκεί που φτάνει το μάτι

δηλαδή τους μικρούς της ώμους

ολόκληρη πως χωράει στην αγκαλιά του

κι ούτε σπιθαμή δε περισσεύει

τόσο τρομερή, σαν σημαία,

που όταν τον φωνάζουν να σηκωθεί

αυτός πετάγεται

πετάγεται από τον ύπνο του

νυσταγμένος, έχει χιλιάδες μέρες

να κοιμηθεί

 

*

Φωτιά πήρανε τα πηγάδια,  μαρμάρωσαν τα γέλια

τα χέρια στους ώμους γαντζωμένα

τα χέρια στο λαιμό, τα χέρια σου στα χέρια

οι κόρες γεμάτες, αλμύρα στον λοβό

φωτιά στα μυαλά περάσματα στον χρόνο

του μέλλοντος

παραπετάσματα

όλα  τα σιγανά μας βόμβοι στα

πηγάδια φωτιά

στα μυαλά μας φωτιά

 

 

 

*

Και ήτανε τόσα να περάσουν

τόσα πολλά ακόμα

σα να θέλω να

ρωτήσω − θυμάσαι; −

το τυχερό μου νούμερο

τόσα καράβια

από τον αρκτικό κύκλο

μέχρι τα μικρά νησάκια

που ποτέ δεν πήγαμε

θυμάσαι, που ποτέ δεν πήγαμε

μα ο ουρανός άρχισε να κλείνει

σαν βρέθηκες

πεσμένη στα γόνατα, θυμάσαι

(συμπιέστηκαν εκεί

 

σύννεφα αστέρια πουλιά)

κι εγώ τρεμόπαιξα

– άσπρο μαύρο

με το σούρουπο

άσπρο μαύρο, άσπρο μα –

σταμάτα μου είπες, πάμε κάπου πιο ήσυχα

καρβούνιασαν τα χείλη μου

δε θα αντέξουμε τέτοιον ουρανό.

Έτσι βρεθήκαμε σε ένα σπίτι, ξύλινο

παλιός στρατώνας του πεζικού

είχε κι ένα κρεβάτι κάπου, κουρτίνες, ένα κομοδίνο,

τα χέρια σου

τρεμάμενα

όλα

τα νερά στα σώματα

κι ο ουρανός είπα επιτέλους θα ανοίξει:

σαν τότε

που ήσουν πέντε χρονών

κι έτυχε να σε περνάω απέναντι

η δεκαετία είχε βγάλει πολλά χαντάκια

ωραία εποχή – αλλιώς τώρα

μια ανεμορριπή πολλά μποφόρ

με πήρε παραμάζωμα

πού να ακινητοποιηθείς

η αδράνεια καιροφυλακτεί

σε μια στιγμή

σε μία μόνο

θα σε σπάσει

στη μέ  ση

 

 

 

*

Μετά από μήνες στον ωκεανό,

είχε περάσει πια τα σαράντα,

ένα πρωινό του Σεπτέμβρη

ο Όλαφ έφτασε τελικά

στο τέλος του ουράνιου τόξου

(ήταν ένα ακόμα παγωμένο φιόρδ).

Εκεί, οι αρχαίοι μηχανικοί,

οι προγονοί του

από τα παλιά είχαν φτιάξει

ένα βολταϊκό τόξο

ενάμισι μίλι κάτω από τη γη

Το αρνητικό εργοστάσιο ονομάστηκε γλώσσα

και οι τόρνοι στα βάθη βγάζανε πολύ φωτιά

άρχισε λοιπόν να λέει

ένα τραγούδι για παιδιά

που έπαιζε παλιά στο ράδιο

 

Μέσα από την τρυπούλα σου βλέπω τον κόσμο πέρα

Και όλος ο κόσμος χάνεται στο χιόνι, στον αέρα

Μα τίποτα δε χάθηκε και τίποτα δεν είδα

Της τρύπας η περίμετρος όλος ο κόσμος που’ είχα

 

*

σαν Φτερά να ήτανε

ή Βελανίδια

ραμμένα μέσα στο μαλλί

το άγριο του νυκτοκρέβατου ∙

ένα σπίτι περασμένο, γέρικο πια

κάποτε γεμάτο με παιδιά

και τότε και πάντα

κραδαίνοντας τζάμια,

κάποιος κοιτάζει με φόβο

μέσα από ένα κάδρο

και κάτω

από τις καλαμιές

κι εσύ για καλή τύχη του απαντάς,

«ίσως κάτι υπήρξε»

ενώ ήθελες να πεις πως

«όλα τα σκεπάζει η σκόνη»

Για τέτοιες ώρες Φυλάω κρυφά

στο διπλανό συρτάρι

ένα κύβο ζάχαρης

και τι να κάνει κανείς;

τα νύχια του κόσμου πανέτοιμα
γύρω από αυτό χτίζεται η ζωή

γύρω από αυτό

γεμίζουν λογιστικά τετράδια

για λίγους μόνο πιστούς
μένει η παρήχηση,

είναι στο χαμό δοσμένοι όσοι

μιλάνε για χρυσάφι

«μη σκέφτεσαι τους Γνώμους,

σκέψου τον τάφο τους»

Άλλοτε στα όρια του πνιγμού

άλλοτε απλά αναζητώντας

μια γαβάθα με λίγη σούπα

αυτό πάλι κι αν είναι…

κι ο παγωμένος χρόνος κάποτε ραγίζει

 Έκτοτε οι μύθοι συνεχίστηκαν:

φορτωμένοι σε ένα Στάγιερ

ώρες χωματόδρομος

μέχρι την είσοδο

στην τρύπα των βουνών

κάνε κουράγιο καρδιά μου

στην άκρη του κύματος

− κάποτε τρέχοντας μέσα στα χημικά

τώρα σε ένα σαλόνι

χτισμένο

με κούτες Ικέα −

μα οι σκιές μακραίνουν

έπεσε το σιωπητήριο

βαρύ κι απόψε

σαν να ακούστηκε δυνατά αυτό

(λίγο πιο πέρα

ένα σμάρι θαλασσοπούλια

έκρωξαν από πάνω για λίγο)

 

χάθηκαν έπειτα πετώντας πέρα

(έξω) από αυτές τις ιστορίες

 

*

Αστήρ

αστήρ καλεί θέση 427, 427 με λαμβάνεις;

Επαναλαμβάνω 427 με λαμβάνεις

427 ωμέγα σε λαμβάνω σήματά σου ασθενή και διακεκομμένα

λαμβάνω το σήμα θα κοπεί

μπορεί να μην ξαναμιλήσουμε ποτέ

Αστήρ, 427

σήματά σου ακατάληπτα

δε σ’ ακούω, δεν μπορώ να σε ακούσω

τρζζζζζ –

κι όμως μ’ ακούς. Η γραμμή θα κοπεί

δε θα ξαναμιλήσουμε ποτέ

 

 

*

Ο Όλαφ, ο γλυκός γερο-Όλαφ χαζεύει τη βροχή που κυλάει

τη βροχή που κυλάει πάνω στα χοντρά του τζάμια

στο παράθυρο κάθεται

και κοιτάει και βλέπει

όλο τον κόσμο βλέπει μέσα στη βροχή

μέσα στις στάλες στο τζάμι

και θυμάται, θυμάται ο γέρος και η ξυλόσομπα του καίει τα πόδια

εκείνο

εκείνο το βράδυ στην Κοπεγχάγη

που γεμάτος μπύρα μέχρι τα μηλίγγια

μέσα στις πέτρες

και σε σώματα έμπαινε

ακόμη και σε μυαλά

τις διαθέσεις του καιρού όριζε

και μαύρα ξέφωτα έκαιγε και λάτρευε

υγρές εκτάσεις,

υγρές εκτάσεις πάνω στις στεριές

κανόνια βαρούσαν γύρω του και όλμοι

τραγουδούσαν μα

έχουν περάσει τα χρόνια και έχει πια κουραστεί

κι έτσι απόμεινε να χαζεύει τη βροχή ο Όλαφ ο γλυκός,

ο γερο-Όλαφ, τη βροχή που στάζει βλέπει,

τη βροχή που κυλάει πάνω στα χοντρά του τζάμια

στάλα τη στάλα πάνω στο παράθυρο.