– Εκφορά –

εκφορά (η) [ekforá] Ο24: 1. Transport of the dead to his burial site. 2a. expression of thoughts, opinion b. peculiar or particular way of expression and syntax

εκφορά (η) [ekforá] Ο24 : (λόγ.) 1. η μεταφορά νεκρού στο χώρο ταφής του. 2α. έκφραση, διατύπωση σκέψης, γνώμης κτλ. β. ιδιαίτερος τρόπς έκφρασης ή σύνταξης